Την είδε πρώτη φορά στην όχθη του ποταμού. Κατέβασε αργά και ύστερα έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του ηλίου. Ήταν μια απ' τις καυτές μέρες του πρώιμου φθινοπώρου με τον ήλιο να γλείφει το σώμα σου. Απόγευμα. Μια κοπέλα κοίταζε το τρεχούμενο νερό. Τα μαλλιά της έφταναν πολύ κάτω απ' τους ώμους και είχαν χρώμα κόκκινο. Ή καφέ. Ενώ στις άκρες τους σχηματίζονταν και ελαφρές μπούκλες. Όχι ιδιαίτερα ψηλή. Κοντή μάλλον. Και αδύνατη. Είχε μείνει ακίνητος και την παρακολουθούσε. Αναρωτιόταν πόση ώρα να κοιτούσε το νερό. Και για ποιο λόγο. Και πώς τη λένε. Από πού έρχεται. Πόσο χρονών είναι. Αν της αρέσει να παρακολουθεί τον ήλιο να δύει. Ποιο είναι το αγαπημένο της χρώμα. Ήθελε να τρυπώσει στο μυαλό της και να μάθει τα πάντα για εκείνη. Η ντροπαλότητα που τον χαρακτήριζε και την οποία καταριόταν μια ολόκληρη ζωή δεν τον εμπόδισε τώρα να την προσεγγίσει. Να την πλησιάσει. Ξεκίνησε με βήματα αποφασιστικά να πηγαίνει προς εκείνη. Όσο πλησίαζε ένιωθε τη γη να τρέμει και τα πόδια του να σπάνε και το μυαλό του να αδειάζει και την καρδιά του να χορεύει. Τους χώριζαν δέκα βήματα. Η κοπέλα, που θα άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του, γύρισε και τον κοίταξε απευθείας στα μάτια. Χαμογελαστή. Αυτός σταμάτησε. Τα μάτια της είχαν γαντζωθεί στα δικά του. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Πέρασε μισή, μία ώρα. Κανείς δεν είχε πάρει τα μάτια του απ' τον άλλον. Ο Λ. την ρώτησε αν έχει αναπτήρα. Τα μάτια του ενός αγκυροβολημένα στον άλλον. Κι αμέσως ένιωσε ηλίθιος. Δε μπορούσε να σκεφτεί κάτι πιο πρωτότυπο; -Δεν καπνίζω. (Έλεγε ψέμματα). -Ούτε εγώ. Να σε κεράσω ένα ποτό; -Θα σε κεράσω εγώ. Το σπίτι μου δεν είναι πολύ μακρυά. Θα 'ρθεις; Το αγόρι συμφώνησε με ένα βλέμμα. Η κοπέλα έστριψε κι άρχισε να περπατά ήρεμα, με τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ' το στήθος της, κατά μήκος του ποταμού. Ακολουθούσε. Επιτάχυνε λίγο το βήμα του, για να βρεθεί δίπλα της. -Δε μου 'πες. Πώς σε λένε; τη ρώτησε. -Έχει σημασία; -Καμία. Σε λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος απ' τα πεσμένα κιτρινισμένα φύλλα που πατούσαν στον διάβα τους. Και η ανάσα τους. Πιο βαριά απ' ό,τι συνήθως. -Πώς ξέρεις ότι δεν είμαι κατά συρροή δολοφόνος ή κάτι τέτοιο; τον ρώτησε. -Πώς ξέρεις ότι εγώ δεν είμαι; -Δεν το ξέρω. Ας είσαι. Θα 'χει πιο πολύ πλάκα έτσι. -Θα σου φαινόταν αστείο να σε σκοτώσω; -Ξεκαρδιστικό.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
Την είδε πρώτη φορά στην όχθη του ποταμού. Κατέβασε αργά και ύστερα έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του ηλίου. Ήταν μια απ' τις καυτές μέρες του πρώιμου φθινοπώρου με τον ήλιο να γλείφει το σώμα σου. Απόγευμα. Μια κοπέλα κοίταζε το τρεχούμενο νερό. Τα μαλλιά της έφταναν πολύ κάτω απ' τους ώμους και είχαν χρώμα κόκκινο. Ή καφέ. Ενώ στις άκρες τους σχηματίζονταν και ελαφρές μπούκλες. Όχι ιδιαίτερα ψηλή. Κοντή μάλλον. Και αδύνατη. Είχε μείνει ακίνητος και την παρακολουθούσε. Αναρωτιόταν πόση ώρα να κοιτούσε το νερό. Και για ποιο λόγο. Και πώς τη λένε. Από πού έρχεται. Πόσο χρονών είναι. Αν της αρέσει να παρακολουθεί τον ήλιο να δύει. Ποιο είναι το αγαπημένο της χρώμα. Ήθελε να τρυπώσει στο μυαλό της και να μάθει τα πάντα για εκείνη. Η ντροπαλότητα που τον χαρακτήριζε και την οποία καταριόταν μια ολόκληρη ζωή δεν τον εμπόδισε τώρα να την προσεγγίσει. Να την πλησιάσει. Ξεκίνησε με βήματα αποφασιστικά να πηγαίνει προς εκείνη. Όσο πλησίαζε ένιωθε τη γη να τρέμει και τα πόδια του να σπάνε και το μυαλό του να αδειάζει και την καρδιά του να χορεύει. Τους χώριζαν δέκα βήματα. Η κοπέλα, που θα άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του, γύρισε και τον κοίταξε απευθείας στα μάτια. Χαμογελαστή. Αυτός σταμάτησε. Τα μάτια της είχαν γαντζωθεί στα δικά του. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Πέρασε μισή, μία ώρα. Κανείς δεν είχε πάρει τα μάτια του απ' τον άλλον. Ο Λ. την ρώτησε αν έχει αναπτήρα. Τα μάτια του ενός αγκυροβολημένα στον άλλον. Κι αμέσως ένιωσε ηλίθιος. Δε μπορούσε να σκεφτεί κάτι πιο πρωτότυπο; -Δεν καπνίζω. (Έλεγε ψέμματα). -Ούτε εγώ. Να σε κεράσω ένα ποτό; -Θα σε κεράσω εγώ. Το σπίτι μου δεν είναι πολύ μακρυά. Θα 'ρθεις; Το αγόρι συμφώνησε με ένα βλέμμα. Η κοπέλα έστριψε κι άρχισε να περπατά ήρεμα, με τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ' το στήθος της, κατά μήκος του ποταμού. Ακολουθούσε. Επιτάχυνε λίγο το βήμα του, για να βρεθεί δίπλα της. -Δε μου 'πες. Πώς σε λένε; τη ρώτησε. -Έχει σημασία; -Καμία. Σε λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος απ' τα πεσμένα κιτρινισμένα φύλλα που πατούσαν στον διάβα τους. Και η ανάσα τους. Πιο βαριά απ' ό,τι συνήθως. -Πώς ξέρεις ότι δεν είμαι κατά συρροή δολοφόνος ή κάτι τέτοιο; τον ρώτησε. -Πώς ξέρεις ότι εγώ δεν είμαι; -Δεν το ξέρω. Ας είσαι. Θα 'χει πιο πολύ πλάκα έτσι. -Θα σου φαινόταν αστείο να σε σκοτώσω; -Ξεκαρδιστικό.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου