Τα βράδια όταν με διώχνουν οι εφιάλτες, ξυπνώ, ανοίγω το φωτιστικό με τη λάμπα που το φως της τρέμει, βάζω Debussy και πιάνω συζήτηση με ένα φάντασμα.
ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ πόνος
Τετάρτη 13 Μαΐου 2015
Παρασκευή 24 Απριλίου 2015
πώς θα πας εκεί όπου θέλεις, αν ο δρόμος έχει φίδια να σέρνονται σε φύλλα φυματικά;
χλέπα-βροχή-καθαριότητα
το πρόσωπο να ραντίζει με σπέρμα αγιοσύνης
ένας με πετραχήλι ποτισμένο απ' το αίμα ενός ηλίθιου
πώς αλλιώς;
σκύψε και γλείψε με, η επιτυχία για εσένα μεταφράζεται σε οργασμούς
μέσο επικοινωνίας για ακοινώνητους κοινωνιοπαθείς
λέξεις-ακίδες στο κουφάρι της πόρνης που αποκαλούν τέχνη
τα μάτια της οι καταρράκτες του Νιαγάρα και η κολυμπήθρα στο ερείπιο συνειδήσεων
στην εκκλησία
γεννήθηκε και πέθανε, τον κλαίγαμε πολύ τόσους αιώνες
ας γελάσουμε με τα χάλια του
τι θλίψη! τι μυρωδιά από ήττα!
αρρωσταίνει τη φύση
το πηγάδι κοιτώ και φωνάζω στην αλυσοδεμένη στον βυθό του γυναίκα
το αίμα είναι προϊόν εμπορίου
ένα φύλλο ανοησίες ματαιόδοξων και περιθωριακών, που χορεύουν στο χείλος γκρεμού
ο παράδεισος είναι γεμάτος με πτώματα και βρωμάει
στην κόλαση θα βάλουμε air condition
η θάλασσα περιμένει με υπομονή και υπόκωφα παρακάλια να σε αγκαλιάσει
η αγκαλιά είναι φυλάκιση με αναστολή
η αηδία ξεχειλίζει
ποιος έφαγε και ξέρασε την πόλη μου;
χλέπα-βροχή-καθαριότητα
το πρόσωπο να ραντίζει με σπέρμα αγιοσύνης
ένας με πετραχήλι ποτισμένο απ' το αίμα ενός ηλίθιου
πώς αλλιώς;
σκύψε και γλείψε με, η επιτυχία για εσένα μεταφράζεται σε οργασμούς
μέσο επικοινωνίας για ακοινώνητους κοινωνιοπαθείς
λέξεις-ακίδες στο κουφάρι της πόρνης που αποκαλούν τέχνη
τα μάτια της οι καταρράκτες του Νιαγάρα και η κολυμπήθρα στο ερείπιο συνειδήσεων
στην εκκλησία
γεννήθηκε και πέθανε, τον κλαίγαμε πολύ τόσους αιώνες
ας γελάσουμε με τα χάλια του
τι θλίψη! τι μυρωδιά από ήττα!
αρρωσταίνει τη φύση
το πηγάδι κοιτώ και φωνάζω στην αλυσοδεμένη στον βυθό του γυναίκα
το αίμα είναι προϊόν εμπορίου
ένα φύλλο ανοησίες ματαιόδοξων και περιθωριακών, που χορεύουν στο χείλος γκρεμού
ο παράδεισος είναι γεμάτος με πτώματα και βρωμάει
στην κόλαση θα βάλουμε air condition
η θάλασσα περιμένει με υπομονή και υπόκωφα παρακάλια να σε αγκαλιάσει
η αγκαλιά είναι φυλάκιση με αναστολή
η αηδία ξεχειλίζει
ποιος έφαγε και ξέρασε την πόλη μου;
Κουράστηκα και κυρίως βαρέθηκα να εξηγώ, και όχι γιατί δε μπορείς, μα γιατί δε θέλεις να καταλάβεις. Ποτέ δεν έκανες την παραμικρή προσπάθεια να με πλησιάσεις, κι ας στεκόσουν πάντα δίπλα μου. Όποτε με συμβούλευες, δεν ήταν για να με βοηθήσεις, αλλά για να με κατευθύνεις. Δε μπορώ να ζω άλλο μέσα από εσένα... Το παιχνίδι της ανταμοιβής και της τιμωρίας το έμαθα, και δεν ωφελεί. Μένω το ίδιο ασυγκίνητη μπροστά στις φιλοφρονήσεις όσο και στις επικρίσεις σου. Το μάθημα που πήρα από εσένα είναι πως η αγάπη σημαίνει καταπάτηση της ατομικής ελευθερίας, πως φωνάζει όποιος νοιάζεται. Όταν με περιορίζεις, δεν είμαι ευτυχισμένη, και δε σε ενδιαφέρει, σου αρκεί που με αυτόν τον τρόπο είμαι ασφαλής. Δεν ξέρω ποια είμαι, γιατί μου απαγορεύεις να γίνω ο εαυτός μου. Δεν υπάρχω για εσένα παρά σαν προβολή των επιθυμιών, των απαιτήσεων και των προσδοκιών σου. Έπαψα να σέβομαι ό,τι φοβάμαι. Σε μισώ και σε λυπάμαι συγχρόνως.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
«γράψε ένα ποίημα για εμένα»
αυτό δεν είναι ποίημα
αλλά είναι για εσένα
για εσένα που το πρωί τρως σκυμμένος πάνω απ' τον δίσκο σου σκεπτικός και αόριστος
και μακρινός
τόσο που την πρώτη φορά που κάθισα δίπλα σου
πέρασαν 5 λεπτά μέχρι να σε δω
αν και με είχε προϊδεάσει η Μόνια ή Μόνικα ή Δήμητρα ή Φατμίλα
για την παρουσία σου
-κράτησέ το, δεν πεινάω
-ευχαριστώ
-πώς σε λένε; κ.λπ.
και ο κύριος με τα γυαλιά να τραγουδά για τον έρωτα
και να μας κοιτά με επιμονή
αυτό με ενόχλησε
αν και γέλασα
με το θράσος του πιο πολύ
μετά στο κρεβάτι μου
μου έδωσες λίγες πληροφορίες για τη ζωή σου
δε με άγγιξαν
μου 'δινες το αποτέλεσμα κι εγώ έψαχνα την αιτία
θυμάμαι μόνο πως άφησες να εννοηθεί ότι θέλεις να πεθάνεις
γιατί φοβάσαι πολύ να πεθάνεις
μπερδεμένα πράγματα
το στοιχείο μου
τη νύχτα γεμίζεις με νερό θολό
το ίδιο πλαστικό ποτήρι
η νοσοκόμα αδειάζει πολύχρωμα χάπια
στην παλάμη σου
φτύνεις ένα «στην υγειά μας»
η νοσοκόμα περιμένει με ένα
αμήχανο χαμόγελο
να καταπιείς
πριν το κάνεις
πάντα
εύχεσαι να γίνεις εμπρηστής
και να βάλεις φωτιά
στη φαρμακοβιομηχανία
και στα κάγκελα
που περιστοιχίζουν
το ψυχιατρείο
αναρωτιέμαι αν αυτό εννοούσες
όταν είπες
πως εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο
«αν ο κόσμος δε μας αλλάξει πρώτος» ψέλλισα
δε σου το 'πα
δε ρωτούσες
κενό
το εξαπτέρυγο
η άθλια ομάδα
τα τηλεφωνήματα στον θάλαμο
η φωνή σου
-από 'δω ο Αλέξανδρος
το δάχτυλά μου μπλεγμένα στα δικά σου
για λίγο
-και το επιτελείο του
η οικογένεια και οι φίλοι
οι ενέσεις
η γιατρός να διαβεβαιώνει πως «όλα καλά»
οι νωχελικές κινήσεις σου
που είτε εκνευρίζουν είτε κοιμίζουν
-γιατί αργείς; -γιατί δεν το επέλεξα
αυτό να απαντάς
και τέλος
η απόσταση
η μεγαλύτερη απόσταση μετριέται σε λεπτά, ώρες, μέρες
τα χιλιόμετρα καλύπτονται
αλλά ταξίδια στον χρόνο ποιος μπορεί να κάνει;
οι αναμνήσεις
φθηνό υποκατάστατο της ανάγκης
να 'σαι 'δω
να σε δω
σβήνουν
ό,τι έμεινε να μαρτυρά ότι υπάρχεις
οι μελανιές που 'χω στα χέρια
και αυτή η φωτογραφία
που σε αδικεί
Την είδε πρώτη φορά στην όχθη του ποταμού. Κατέβασε αργά και ύστερα έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του ηλίου. Ήταν μια απ' τις καυτές μέρες του πρώιμου φθινοπώρου με τον ήλιο να γλείφει το σώμα σου. Απόγευμα. Μια κοπέλα κοίταζε το τρεχούμενο νερό. Τα μαλλιά της έφταναν πολύ κάτω απ' τους ώμους και είχαν χρώμα κόκκινο. Ή καφέ. Ενώ στις άκρες τους σχηματίζονταν και ελαφρές μπούκλες. Όχι ιδιαίτερα ψηλή. Κοντή μάλλον. Και αδύνατη. Είχε μείνει ακίνητος και την παρακολουθούσε. Αναρωτιόταν πόση ώρα να κοιτούσε το νερό. Και για ποιο λόγο. Και πώς τη λένε. Από πού έρχεται. Πόσο χρονών είναι. Αν της αρέσει να παρακολουθεί τον ήλιο να δύει. Ποιο είναι το αγαπημένο της χρώμα. Ήθελε να τρυπώσει στο μυαλό της και να μάθει τα πάντα για εκείνη. Η ντροπαλότητα που τον χαρακτήριζε και την οποία καταριόταν μια ολόκληρη ζωή δεν τον εμπόδισε τώρα να την προσεγγίσει. Να την πλησιάσει. Ξεκίνησε με βήματα αποφασιστικά να πηγαίνει προς εκείνη. Όσο πλησίαζε ένιωθε τη γη να τρέμει και τα πόδια του να σπάνε και το μυαλό του να αδειάζει και την καρδιά του να χορεύει. Τους χώριζαν δέκα βήματα. Η κοπέλα, που θα άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του, γύρισε και τον κοίταξε απευθείας στα μάτια. Χαμογελαστή. Αυτός σταμάτησε. Τα μάτια της είχαν γαντζωθεί στα δικά του. Άρχισε να σκοτεινιάζει. Πέρασε μισή, μία ώρα. Κανείς δεν είχε πάρει τα μάτια του απ' τον άλλον. Ο Λ. την ρώτησε αν έχει αναπτήρα. Τα μάτια του ενός αγκυροβολημένα στον άλλον. Κι αμέσως ένιωσε ηλίθιος. Δε μπορούσε να σκεφτεί κάτι πιο πρωτότυπο; -Δεν καπνίζω. (Έλεγε ψέμματα). -Ούτε εγώ. Να σε κεράσω ένα ποτό; -Θα σε κεράσω εγώ. Το σπίτι μου δεν είναι πολύ μακρυά. Θα 'ρθεις; Το αγόρι συμφώνησε με ένα βλέμμα. Η κοπέλα έστριψε κι άρχισε να περπατά ήρεμα, με τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ' το στήθος της, κατά μήκος του ποταμού. Ακολουθούσε. Επιτάχυνε λίγο το βήμα του, για να βρεθεί δίπλα της. -Δε μου 'πες. Πώς σε λένε; τη ρώτησε. -Έχει σημασία; -Καμία. Σε λίγο το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος απ' τα πεσμένα κιτρινισμένα φύλλα που πατούσαν στον διάβα τους. Και η ανάσα τους. Πιο βαριά απ' ό,τι συνήθως. -Πώς ξέρεις ότι δεν είμαι κατά συρροή δολοφόνος ή κάτι τέτοιο; τον ρώτησε. -Πώς ξέρεις ότι εγώ δεν είμαι; -Δεν το ξέρω. Ας είσαι. Θα 'χει πιο πολύ πλάκα έτσι. -Θα σου φαινόταν αστείο να σε σκοτώσω; -Ξεκαρδιστικό.
έφυγες και με έσυρες μαζί σου
Λέω να κοιμηθώ. Αλλά δεν είσαι στο κρεβάτι απόψε και δε με χωράει. Όπως το άκουσες. Είναι διπλό, είναι για 2 ανθρώπους, καταλαβαίνεις. Πρέπει να πετάξω αυτό το κρεβάτι, θυμίζει πόσο μόνη είμαι, δεν το αντέχω. Μην παρεξηγείς. Και μετά θα κάψω το σπίτι. Θα βρω ένα πιο μικρό, ένα του οποίου θα του είμαι αρκετή. Δε θα ζητάει άλλον. Κι άλλο ένα βράδυ που δεν είσαι εδώ. Για κάποιο λόγο τα βράδια η απουσία σου είναι πιο αισθητή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)